Plectania megalocrater

Πληροφορίες

  • Κατάσταση: Επιβεβαιωμένο
  • Ενδιαίτημα:

    Σαπροτροφικό είδος που αναπτύσσεται στο έδαφος, συνήθως ανάμεσα σε φυτικά υπολείμματα και οργανική ύλη δασικών οικοσυστημάτων. Έχει καταγραφεί σε ορεινά δάση πλατύφυλλων και κωνοφόρων, μεταξύ άλλων με Quercus spp. και Pinus sylvestris. Τα καρποσώματα εμφανίζονται μεμονωμένα ή κατά ομάδες και η καρποφορία παρατηρείται κυρίως την άνοιξη. Πρόκειται για σπάνιο είδος με περιορισμένες καταγραφές.

  • Εδωδιμότητα:

    Δεν θεωρείται βρώσιμο και δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να τεκμηριώνουν ασφαλή κατανάλωσή του.

  • Καθεστώς προστασίας:

    Δεν εντοπίζεται παγκόσμια αξιολόγηση του είδους στην IUCN Red List και δεν προκύπτει ειδικό καθεστώς προστασίας του στην Ελλάδα. Πρόκειται ωστόσο για σπάνια καταγεγραμμένο είδος, γνωστό από σχετικά λίγες θέσεις.

  • Μπορεί να συγχέεται με:

    • Plectania milleri (μη βρώσιμο)
    • Plectania melastoma (μη βρώσιμο)
    • Urnula hiemalis (μη βρώσιμο)
    Τα παραπάνω είδη σχηματίζουν επίσης σκουρόχρωμα, κυπελλοειδή καρποσώματα και η ασφαλής διάκριση μπορεί να απαιτεί μικροσκοπική εξέταση. Ιδιαίτερα το P. milleri είναι πολύ κοντινό μορφολογικά και φυλογενετικά στο P. megalocrater, ενώ έχει συζητηθεί ακόμη και η πιθανότητα να είναι ομοειδή· προς το παρόν όμως διατηρούνται ως χωριστά είδη.

  • Χαρακτηριστικά διάκρισης:

    • Μεγάλα κυπελλοειδή έως βαθιά κυπελλοειδή αποθήκια, που μπορούν να φτάσουν περίπου τα 5–7 cm σε διάμετρο.
    • Υμένιο πολύ σκούρο καστανό έως σχεδόν μαύρο και εξωτερική επιφάνεια καλυμμένη από σκουρόχρωμο τρίχωμα.
    • Διαθέτει πολύ κοντό, συχνά δυσδιάκριτο ψευδοπόδι, μέρος του οποίου μπορεί να βρίσκεται μέσα στο έδαφος.
    • Η σάρκα είναι σχετικά παχιά και συμπαγής.
    • Ασκοσπόρια υαλώδη, λεία, ελλειψοειδή έως υποατρακτοειδή και συχνά ελαφρώς κυρτά. Στην αρχική περιγραφή αναφέρονται διαστάσεις περίπου 20,5–29,5 × 9–13(–15) μm, ενώ ελληνικό υλικό έχει δώσει περίπου 19,4–28 × 7,4–11,8 μm.
    • Από το παρόμοιο Plectania milleri διακρίνεται μικροσκοπικά, μεταξύ άλλων, από την απουσία των χαρακτηριστικών σκοτεινών υφών που στο P. milleri εκτείνονται από το εξωτερικό στρώμα προς το εσωτερικό της σάρκας.