Hemileccinum impolitum
Πληροφορίες
- Κατάσταση: Επιβεβαιωμένο
- Ενδιαίτημα:
Εκτομυκορριζικό είδος που αναπτύσσεται σε συμβίωση κυρίως με πλατύφυλλα δέντρα, ιδιαίτερα με βελανιδιές (Quercus spp.), αλλά και με Fagus και άλλα φυλλοβόλα. Απαντά σε θερμά φυλλοβόλα και μικτά δάση, σε πάρκα και δασικές παρυφές, συχνά σε ασβεστούχα ή ουδέτερα, καλά στραγγιζόμενα εδάφη. Είναι περισσότερο συνδεδεμένο με θερμές και σχετικά ξηρές περιοχές και καρποφορεί συνήθως από το καλοκαίρι έως τις αρχές του φθινοπώρου.
- Εδωδιμότητα:
Θεωρείται βρώσιμο μετά από καλό μαγείρεμα, αλλά δεν συγκαταλέγεται στα ιδιαίτερα αξιόλογα εδώδιμα είδη. Απαιτείται ασφαλής ταυτοποίηση λόγω της ομοιότητάς του με άλλα είδη βωλιτών.
- Καθεστώς προστασίας:
Δεν εντοπίζεται παγκόσμια αξιολόγηση του είδους στην IUCN Red List και δεν προκύπτει ειδικό καθεστώς προστασίας του στην Ελλάδα.
- Μπορεί να συγχέεται με:
• Hemileccinum depilatum (βρώσιμο μετά από μαγείρεμα)
• Butyriboletus appendiculatus (βρώσιμο μετά από μαγείρεμα)
• Caloboletus radicans (μη βρώσιμο λόγω έντονα πικρής γεύσης)
• Caloboletus calopus (μη βρώσιμο)
• Boletus reticulatus (βρώσιμο)Τα παραπάνω είδη μπορούν να εμφανίζονται σε παρόμοια ενδιαιτήματα και να παρουσιάζουν ωχρούς έως καστανούς πίλους και κιτρινωπούς πόρους. Το H. impolitum χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από το κιτρινωπό πόδι χωρίς δικτυωτό σχέδιο, την απουσία ή
πολύ περιορισμένη κυάνωση της σάρκας και κυρίως από τη χαρακτηριστική οσμή ιωδίου ή φαινόλης στη βάση του ποδιού. - Χαρακτηριστικά διάκρισης:
• Πίλος συνήθως περίπου 5–15(–20) cm σε διάμετρο, αρχικά ημισφαιρικός και αργότερα κυρτός έως σχεδόν επίπεδος.
• Η επιφάνεια του πίλου είναι ξηρή, ματ έως λεπτά βελούδινη, συχνά ελαφρώς ινώδης, με χρώμα ωχροκαστανό, γκριζοκαστανό έως ανοιχτό καστανό.
• Οι σωλήνες και οι πόροι είναι αρχικά ανοιχτοκίτρινοι και αργότερα εντονότερα κίτρινοι έως κιτρινοπράσινοι. Συνήθως δεν κυανίζουν ή παρουσιάζουν πολύ ασθενή μεταχρώση μετά από πίεση.
• Το πόδι είναι σχετικά στιβαρό, κιτρινωπό κυρίως στο ανώτερο τμήμα και μπορεί να παρουσιάζει κοκκινωπές ή καστανές αποχρώσεις χαμηλότερα. Δεν διαθέτει χαρακτηριστικό δικτυωτό σχέδιο.
• Η σάρκα είναι υπόλευκη έως ωχροκίτρινη και κατά την τομή συνήθως παραμένει αμετάβλητη ή εμφανίζει μόνο πολύ ασθενή κυάνωση.
• Χαρακτηριστικό γνώρισμα αποτελεί η έντονη οσμή ιωδίου, ιωδοφορμίου ή φαινόλης στη βάση του ποδιού, η οποία συχνά γίνεται περισσότερο αντιληπτή μετά την κοπή.
• Αποτύπωμα σπορίων ελαιοκαστανό. Τα βασιδιοσπόρια είναι λεία, ατρακτοειδή έως επιμήκη-ελλειψοειδή και συνήθως περίπου 10–15 × 4–6 μm.
