Cyathus stercoreus

Πληροφορίες

  • Κατάσταση: Επιβεβαιωμένο
  • Ενδιαίτημα:

    Σαπροτροφικό είδος που αναπτύσσεται κυρίως πάνω σε κοπριά φυτοφάγων ζώων, ιδιαίτερα βοοειδών και αλόγων, αλλά μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε πολύ πλούσια σε οργανική ύλη εδάφη, αποσυντιθέμενα φυτικά υπολείμματα, άχυρο και σάπιο ξύλο. Απαντά σε βοσκοτόπους, λιβάδια, αγροτικές εκτάσεις και άλλες θέσεις με συσσώρευση ζωικής κοπριάς. Τα καρποσώματα εμφανίζονται συνήθως κατά ομάδες και μπορούν να καρποφορούν από την άνοιξη έως το φθινόπωρο, ανάλογα με τις συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας.

  • Εδωδιμότητα:

    Μη βρώσιμο, λόγω του πολύ μικρού μεγέθους, της σκληρής υφής και της απουσίας γαστρονομικής αξίας.

  • Καθεστώς προστασίας:

    Δεν εντοπίζεται παγκόσμια αξιολόγηση του είδους στην IUCN Red List και δεν προκύπτει ειδικό καθεστώς προστασίας του στην Ελλάδα.

  • Μπορεί να συγχέεται με:

    • Cyathus olla (μη βρώσιμο)
    • Cyathus striatus (μη βρώσιμο)
    • Cyathus pallidus (μη βρώσιμο)
    • Crucibulum laeve (μη βρώσιμο)
    Τα παραπάνω είδη σχηματίζουν επίσης χαρακτηριστικά κυπελλοειδή καρποσώματα που περιέχουν μικρά δισκοειδή περιδίολα, δίνοντας την εμφάνιση «φωλιάς πουλιού». Το C. stercoreus διακρίνεται από τον συνδυασμό του ενδιαιτήματος, της μορφολογίας του
    καρποσώματος και κυρίως των πολύ μεγάλων σπορίων του

  • Χαρακτηριστικά διάκρισης:

    • Μικρά καρποσώματα, συνήθως περίπου 5–15 mm σε ύψος, αρχικά κλειστά και αργότερα κυπελλοειδή έως ανεστραμμένα κωνικά.
    • Η εξωτερική επιφάνεια είναι καστανή έως σκούρα καστανή και καλύπτεται από πυκνές, τραχιές ή τριχωτές υφές.
    • Η εσωτερική επιφάνεια είναι σχετικά λεία και σκούρα γκριζοκαστανή έως σχεδόν μαύρη, χωρίς τις έντονες επιμήκεις ραβδώσεις που χαρακτηρίζουν το Cyathus striatus.
    • Στο εσωτερικό βρίσκονται πολυάριθμα σκουρόχρωμα, φακοειδή περιδίολα, τα οποία συνδέονται με το τοίχωμα μέσω χαρακτηριστικού funiculus και διασπείρονται κυρίως με τις σταγόνες της βροχής.
    • Χαρακτηριστική ανάπτυξη πάνω σε κοπριά ή υποστρώματα ιδιαίτερα πλούσια σε οργανική ύλη, στοιχείο που βοηθά σημαντικά στη διάκρισή του από συγγενικά είδη.
    • Τα βασιδιοσπόρια είναι υαλώδη, λεία, παχυτόιχα, ελλειψοειδή έως ωοειδή και ιδιαίτερα μεγάλα για το γένος, συνήθως περίπου 20–40 × 15–25 μm, χαρακτηριστικό σημαντικό για τη μικροσκοπική επιβεβαίωση.